| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.621.508 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
φαρδύς |
0,01 sec. |
|
|
φαρδύς large, ample broad, wide, baggy عريض, منتفخ plandavý, široký bred, løs ausgeleiert, breit ancho leveä, pussimainen širok, vrećast cascante, largo だぶだぶの, 広い 넓은, 헐렁한 breed, flodderig bred, posete szeroki, workowaty folgado, largo мешкообразный, широкий bred, säckig โป่งหรือพองเหมือนถุง, กว้าง geniş, şalvar biçimi rộng, rộng lùng phùng 宽的, 袋状的
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|