| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.768.414 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φαρμακερός |
0,01 sec. |
|
φαρμακερός virulent επίθ α / θ / ουδ φαρμακερός, φαρμακερή, φαρμακερό [farmace'ros, farmace'ri, farmace'ro] 1 δηλητηριώδης venimeux/-eusevénéneux/-euse φαρμακερό φίδι un serpent venimeux 2 πολύ κακός venimeuxhargneux/-euse φαρμακερά λόγια des paroles venimeuses Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|