| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.323.969 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φετινός |
0,03 sec. |
|
φετινός επίθ α / θ / ουδ φετινός, φετινή, φετινό [feti'nos, feti'ni, feti'no] που έχει σχέση με τη χρονιά που διανύουμε de cette année η φετινή χρονιά cette année η φετινή σοδειά la récolte de cette année Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|