| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.472.992 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φευγαλέος |
0,01 sec. |
|
φευγαλέος elusive, fugitive évanescent, évasif, fugace επίθ α / θ / ουδ φευγαλέος, φευγαλέα, φευγαλέο [fevɣa'leos, fevɣa'lea, fevɣa'leo] 2 παροδικός insaisissablefugace φευγαλέα χαρά une joie insaisissable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|