| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.630.008 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
φευγαλέος |
0,01 sec. |
|
|
φευγαλέος elusive, fugitive évanescent, évasif, fugace
επίθ α / θ / ουδ φευγαλέος, φευγαλέα, φευγαλέο [fevɣa'leos, fevɣa'lea, fevɣa'leo] 2 παροδικός insaisissablefugace φευγαλέα χαρά une joie insaisissable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|