| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.287.097 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φθαρμένος |
0,02 sec. |
|
φθαρμένος obnošený, zanedbaný φθαρμένος luvslidt, slidt φθαρμένος abgetragen, schäbig φθαρμένος kulunut, nuhruinen φθαρμένος nošen, otrcan φθαρμένος みすぼらしい, 使い古した φθαρμένος 낡은, 초라한 φθαρμένος versleten φθαρμένος wytarty, zniszczony φθαρμένος esfarrapado, surrado, usado φθαρμένος изношенный, убогий φθαρμένος sjabbig, sliten φθαρμένος ซึ่งใช้จนเก่า, มองดูเก่า φθαρμένος eski püskü, eskimiş φθαρμένος hao mòn, tiều tụy Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|