| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.096.426 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φιλάργυρος |
0,04 sec. |
|
φιλάργυρος avaricious, miser, miserly بَخيل lakomec gnier Geizhals avaro saituri avare škrtac avaro どけち 구두쇠 vrek gjerrigknark skąpiec avarento скряга snåljåp คนตระหนี่ zengin pinti người keo kiệt 吝啬鬼 επίθ α / θ / ουδ φιλάργυρος, φιλάργυρη, φιλάργυρο [fi'larʝiros, fi'larʝiri, fi'larʝiro] τσιγκούνης avare Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|