| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.516.193 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φιλανθρωπικός |
0,01 sec. |
|
φιλανθρωπικός philanthropique filantrópico επίθ φιλανθρωπικός, φιλανθωπική, φιλανθρωπικό [filanθropi'kos, filanθropi'ci, filanθropi'ko] που βοηθάει αυτούς που έχουν ανάγκη philanthropiquehumanitaire φιλανθρωπικό σωματείο une association philanthropique φιλανθρωπικός οργανισμός un organisme humanitaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|