| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.850.880 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φιστίκι |
0,01 sec. |
|
φιστίκι pistachio, peanut حبة فول سوداني burský oříšek jordnød Erdnuss cacahuate, cacahuete maapähkinä cacahuète kikiriki nocciolina ピーナッツ 땅콩 pinda peanøtt orzech ziemny amendoim арахис jordnöt ถั่วลิสง yerfıstığı cây đậu phộng 花生 ουσ ουδ φιστίκι [fi'stici] θ φιστικιά [fisti'ça] είδος δέντρου pistachier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|