| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.258.391 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φλεγμονή |
0,04 sec. |
|
φλεγμονή inflammation, swelling gyulladás, tulehdus infiammabilità, infiammazione التهاب zánět betændelse Entzündung inflamación tulehdus inflammation upala 炎症 염증 ontsteking betennelse zapalenie inflamação воспаление inflammation การอักเสบ yangı sự viêm nhiễm 炎症 ουσ θ φλεγμονή [fleɣmo'ni] πρήξιμο με πόνο inflammation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|