| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.875.130 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
φλεγμονή |
0,01 sec. |
|
|
φλεγμονή inflammation, swelling gyulladás, tulehdus infiammabilità, infiammazione التهاب zánět betændelse Entzündung inflamación tulehdus inflammation upala 炎症 염증 ontsteking betennelse zapalenie inflamação воспаление inflammation การอักเสบ yangı sự viêm nhiễm 炎症 възпаление 炎症 דלקת
ουσ θ φλεγμονή [fleɣmo'ni] πρήξιμο με πόνο inflammation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|