Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.353.828 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

φοβάμαι

0,04 sec.
φοβάμαι afraid, fear peur, craindre يخاف bát (se) frygte fürchten temer pelätä bojati se temere 恐れる 두려워하다 bang zijn frykte bać się temer бояться vara rädd för กลัว korkmak sợ 害怕
ρ μεσοπαθ φοβάμαι [fo'vame]
1 τρομάζω, νιώθω φόβο avoir peurappréhender
Φοβάμαι στο σκοτάδι. J'ai peur du noir.
2 ανησυχώ, διαισθάνομαι craindre
Φοβάμαι πως θα αρρωστήσει. Je crains qu'il ne tombe malade.
3 υποψιάζομαι craindre
Πολύ φοβάμαι πως έχεις δίκιο. Je crains que tu aies raison.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.