| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.877.129 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
φοβερός |
0,01 sec. |
|
|
φοβερός horrible, terrifiant abysmal, fearsome, frightful, terrible
επίθ α / θ / ουδ φοβερός, φοβερή, φοβερό [fove'ros, fove'ri, fove'ro] 1 τρομακτικός effroyableeffrayant/-ante φοβερό έγκλημα un crime effroyable 2 τεράστιος épouvantableterrible φοβερή αγωνία un stress épouvantable 3 εξαιρετικός formidableterrible φοβερός ηθοποιός un acteur formidable επίρρ φοβερά [fove'ra] αρνητικά ή θετικά, πάρα πολύ affreusementterriblement Eίναι φοβερά άσχημος. Il est affreusement laid. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|