| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.887.064 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φορτηγό |
0,01 sec. |
|
φορτηγό truck, van, lorry camion شاحِنة, شاحِنة لورى nákladní auto, nákladní vagon lastbil Güterwagen, Lastwagen camión junan tavaravaunu, kuorma-auto kamion autocarro, camion トラック, 無蓋貨車 트럭 vrachtwagen godsvogn, lastebil ciężarówka, wagon towarowy camião, caminhão грузовик lastbil รถบบรทุก, รถสินค้าในขบวนรถไฟ kamyon toa chở hàng, xe tải 卡车, 货车 ουσ ουδ φορτηγό [forti'ɣo] μεγάλο μεταφορικό όχημα camion Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|