| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.884.979 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
φορτηγό |
0,01 sec. |
|
|
φορτηγό truck, van, lorry camion شاحِنة, شاحِنة لورى nákladní auto, nákladní vagon lastbil Güterwagen, Lastwagen camión junan tavaravaunu, kuorma-auto kamion autocarro, camion トラック, 無蓋貨車 트럭 vrachtwagen godsvogn, lastebil ciężarówka, wagon towarowy camião, caminhão грузовик lastbil รถบบรทุก, รถสินค้าในขบวนรถไฟ kamyon toa chở hàng, xe tải 卡车, 货车 камион 卡車 משאית
ουσ ουδ φορτηγό [forti'ɣo] μεγάλο μεταφορικό όχημα camion Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|