| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.885.167 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
φορτικός |
0,01 sec. |
|
|
φορτικός importunate
επίθ α / θ / ουδ φορτικός, φορτική, φορτικό [forti'kos, forti'ci, forti'ko] ενοχλητικός, που δεν ξεκολλάει envahissant/-anteaccaparant/-ante φορτική πωλήτρια une vendeuse envahissante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|