| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.885.360 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
φορτώνω |
0,01 sec. |
|
|
φορτώνω burden, load, fill up يتلقى حملا, يَملأ ب naložit, vyplnit læsse, spise sig mæt auffüllen, beladen cargar, colmar lastata, täyttää charger, faire le plein napuniti, tovariti caricare, colmare 荷を積む, 記入する 싣다, 채우다 laden, opvullen fylle opp, laste wypełnić, załadować carregar, completar грузить, заполнять lasta, tanka เติมให้เต็ม, บรรทุกสินค้า doldurmak, yüklemek chở, đổ đầy 填补, 装载
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|