Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.116.111 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

φουντώνω

0,02 sec.
φουντώνω rage, spread, flush يَتَورد zrudnout rødme erröten ruborizarse punastua rougir istjerati far arrossire 赤面する 얼굴이 붉어지다 doorspoelen rødme zarumienić się ficar vermelho вспыхнуть rodna ชักโครก yüzü kızarmak xả nước 冲洗
ρ αμετβ φουντώνω [fu'ndono]
1 παίρνω διαστάσεις poussercroître
Τα φυτά φούντωσαν. Les plantes ont poussé.
2 ανάβω με μεγάλες φλόγες flamber
Το σπίτι φούντωσε. La maison a flambé.
3 δυναμώνω, μεγαλώνω battre son plein
Η γιορτή φούντωσε. La fête bat son plein.
ρ μετβ φουντώνω εκνευρίζω κπ, τον κάνω να θυμώσει mettre en colèreirriter
Τον φουντώνεις με τα αστεία σου. Tu le mets en colère avec tes mensonges.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.