Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.760.859.416 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

φουσκώνω

0,05 sec.
φουσκώνω expand, inflate, pump, swell, pump up ينفخ إطار السيارة napumpovat pumpe op aufpumpen inflar pumpata täyteen gonfler napumpati gonfiare ポンプで膨らませる 공기를 넣다 oppompen pumpe opp napompować encher накачивать pumpa upp สูบขึ้นมา şişirmek bơm lên 打气
ρ μετβ φουσκώνω [fu'skono]
κάνω κτ να αυξηθεί σε όγκο βάζοντας αέρα gonflerenfler
φουσκώνω το λάστιχο gonfler un pneu
φουσκώνω τα μάγουλά μου gonfler ses joues
ρ αμετβ φουσκώνω
1 πρήζομαι enflergonfler
Φούσκωσε το πρόσωπό μου. Mon visage a enflé.
2 αυξάνομαι σε όγκο gonfler
Η ζύμη φούσκωσε. La pâte a gonflé.
3 καμαρώνω se pavaner
φουσκώνω από περηφάνια se pavaner avec fierté


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.