Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.896.031 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

φρενιτώδης

0,03 sec.
φρενιτώδης شديد الاهتياج
φρενιτώδης šílený
φρενιτώδης sanseløs
φρενιτώδης außer sich sein
φρενιτώδης frantic
φρενιτώδης frenético
φρενιτώδης suunniltaan oleva
φρενιτώδης effréné
φρενιτώδης van sebe
φρενιτώδης frenetico
φρενιτώδης 半狂乱の
φρενιτώδης 미칠 듯한
φρενιτώδης uitzinnig
φρενιτώδης panisk
φρενιτώδης szalony
φρενιτώδης frenético
φρενιτώδης неистовый
φρενιτώδης frantisk
φρενιτώδης ซึ่งไม่สามารถควบคุมอารมณ์ได้
φρενιτώδης çılgın
φρενιτώδης cuống cuồng
φρενιτώδης 疯狂的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.