Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.349.854 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

φρεσκάρω

0,02 sec.
φρεσκάρω freshen, freshen up يُنْعِش osvěžit (se) friske op frisch machen (sich) arreglarse siistiytyä se rafraîchir osvježiti rinfrescarsi 新鮮にする 말쑥하게 하다 opfrissen friske opp odświeżyć refrescar освежить(ся) fräscha till (sig) ทำให้สดชื่นขึ้น yıkanıp ferahlamak tươi lên 精神饱满
ρ μετβ φρεσκάρω [fre'skaro]
1 ανανεώνω rafraîchir
φρεσκάρω τον αέρα rafraîchir l'air
2 κάνω κτ να φαίνεται δροσερό rafraîchirdonner de la fraîcheur
φρεσκάρω το πρόσωπό μου rafraîchir son visage
3 ξαναθυμάμαι rafraîchir
φρεσκάρω τη μνήμη μου rafraîchir sa mémoire
φρεσκάρω τα αγγλικά μου rafraîchir son anglais
ρ μεσοπαθ φρεσκάρομαι [fre'skarome] se rafraîchir


?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.