| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.900.759 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
φρεσκάρω |
0,03 sec. |
|
|
φρεσκάρω freshen, freshen up يُنْعِش osvěžit (se) friske op frisch machen (sich) arreglarse siistiytyä se rafraîchir osvježiti rinfrescarsi 新鮮にする 말쑥하게 하다 opfrissen friske opp odświeżyć refrescar освежить(ся) fräscha till (sig) ทำให้สดชื่นขึ้น yıkanıp ferahlamak tươi lên 精神饱满, 刷新 刷新 רענון
ρ μετβ φρεσκάρω [fre'skaro] 1 ανανεώνω rafraîchir φρεσκάρω τον αέρα rafraîchir l'air 2 κάνω κτ να φαίνεται δροσερό rafraîchirdonner de la fraîcheur φρεσκάρω το πρόσωπό μου rafraîchir son visage 3 ξαναθυμάμαι rafraîchir φρεσκάρω τη μνήμη μου rafraîchir sa mémoire φρεσκάρω τα αγγλικά μου rafraîchir son anglais ρ μεσοπαθ φρεσκάρομαι [fre'skarome] se rafraîchir Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|