| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.293.400 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φροντίζω |
0,01 sec. |
|
φροντίζω nurse, care, ten заботиться يعتني záležet pleje pflegen cuidar välittää prendre soin njegovati assistere 心配する 돌보다 geven om bry (seg) zaopiekować się importar-se com bry (sig) om ดูแล bakmak quan tâm 关心 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|