| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.902.555 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
φρόνιμος |
0,01 sec. |
|
|
φρόνιμος sage, raisonnable, sensé benevolent, wise
επίθ α / θ / ουδ φρόνιμος, φρόνιμη, φρόνιμο ['fronimos, 'fronimi, 'fronimo] επίρρ φρόνιμα ['fronima] ήσυχα sagement Κάτσε φρόνιμα! Sois sage !Tiens-toi tranquille ! Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|