| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.260.606 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φτάνω |
0,03 sec. |
|
φτάνω arrive, reach يَبْلُغ, يَصل dorazit, přijít ankomme, nå ankommen, erreichen alcanzar, llegar saapua arriver, atteindre doći, dohvatiti arrivare, raggiungere 着く (...에) 닿다, 도착하다 aankomen, bereiken ankomme, strekke dojść, przybyć alcançar, chegar достигать, прибывать ankomma, sträcka ไปถึง, มาถึง ulaşmak, varmak đến, tới 到达 ρ μετβ φτάνω ['ftano] 1 προλαβαίνω, παραβγαίνω rattraper ρ αμετβ φτάνω 2 πλησιάζω approcher Φτάνουμε στον προορισμό μας. Nous approchons de notre destination. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|