| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.884.752 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φτερό |
0,02 sec. |
|
φτερό fender, wing, feather, mudguard, plume aile جناح křídlo vinge Flügel ala siipi krilo ala 翼 날개 vleugel vinge skrzydło asa крыло vinge ปีก kanat cánh 翅膀 ουσ ουδ φτερό [fte'ro] 1 το μέρος του σώματος των πουλιών που τα βοηθάει να πετούν aile χτυπάω τα φτερά μου battre des ailesvoltiger 3 εργαλείο για ξεσκόνισμα plumeau ξεσκονίζω με το φτερό dépoussiérer avec un plumeau Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|