Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.903.677 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

φτιάχνω

0,01 sec.
φτιάχνω make, fix hacer machen faire maken göra
ρ μετβ φτιάχνω ['ftçaxno]
1 κάνω, κατασκευάζω faireconstruire
φτιάχνω έναν πύργο στην άμμο construire un château dans le sable
φτιάχνω γλυκό faire/préparer un gâteau
2 επισκευάζω réparerraccommoder
φτιάχνω το αυτοκίνητο réparer la voiture
3 τακτοποιώ rangerarranger
φτιάχνω τα πράγματά μου ranger ses affaires
φτιάχνω τα μαλλιά μου arranger ses cheveux
τα φτιάχνω με κπ
αποκτάω σχέση former une liaison avec qqnavoir une relation avec qqn
ρ αμετβ φτιάχνω καλυτερεύω s'améliorer
Έφτιαξε ο καιρός. Le temps s'est amélioré.
ρ μεσοπαθ φτιάχνομαι ['ftçaxnome] βάφομαι, χτενίζομαι se rafraîchirse faire une beauté


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.