| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.903.677 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
φτιάχνω |
0,01 sec. |
|
|
φτιάχνω make, fix hacer machen faire maken göra
ρ μετβ φτιάχνω ['ftçaxno] 1 κάνω, κατασκευάζω faireconstruire φτιάχνω έναν πύργο στην άμμο construire un château dans le sable 2 επισκευάζω réparerraccommoder 3 τακτοποιώ rangerarranger φτιάχνω τα πράγματά μου ranger ses affaires ρ αμετβ φτιάχνω καλυτερεύω s'améliorer ρ μεσοπαθ φτιάχνομαι ['ftçaxnome] βάφομαι, χτενίζομαι se rafraîchirse faire une beauté Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|