Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.724.163.016 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

φτωχός

0,03 sec.
φτωχός poor, flimsy, impoverished malriĉa pauvre فقير chudý fattig arm pobre köyhä siromašan povero 貧しい 가난한 arm fattig biedny pobre бедный fattig ยากจน yoksul nghèo 贫穷的
επίθ α / θ / ουδ φτωχός, φτωχή, φτωχό [fto'xos, fto'çi, fto'xo]
1 που δε διαθέτει ούτε τα απαραίτητα αγαθά pauvre
είμαι φτωχός être pauvre
2 ασήμαντος médiocre
φτωχά αποτελέσματα des résultats médiocres
3 καημένος pauvre
Τι θα κάνει, ο φτωχός; Comment va-t-il faire, le pauvre ?
επίρρ φτωχά [fto'xa] pauvrement


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.