Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.199.978 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

φυλάω

0,07 sec.
φυλάω guard, stow يَحْرُس strážit bevogte bewachen custodiar vartioida garder čuvati difendere 見張る 보호하다 bewaken vokte ochronić guardar охранять vakta เฝ้า korumak canh gác 警卫
ρμετβ φυλάω [fi'lao]
1 προσέχω, επιτηρώ surveillergarder
φυλάω το σπίτι surveiller la maison
Ο σκύλος φυλάει το σπίτι. Le chien garde la maison.
Φύλαξέ μου μια θέση. Garde-moi une place.
2 προστατεύω, φροντίζω garder
Ο Θεός να σας φυλάει. Que Dieu vous garde.
φυλάω ένα παιδί garder un enfant
3 κρατάω στην άκρη conserverpréserver
φυλάω χρήματα conserver son argent


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.