| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.760.857.904 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φυλακή |
0,03 sec. |
|
φυλακή prison, joint, jail prison حَبْس, سجن vězení fængsel Gefängnis cárcel, prisión vankila zatvor prigione 刑務所 감옥, 교도소 gevangenis fengsel więzienie cadeia, prisão тюрьма fängelse เรือนจำ, คุก hapishane nhà tù 监狱 ουσ θ φυλακή [fila'ci] χώρος όπου κρατούνται άτομα που έχουν κάνει παρανομία prison βάζω κπ στη φυλακή emprisonnerincarcérer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|