| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.479.486 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φυλακίζω |
0,01 sec. |
|
φυλακίζω imprison, incarcerate, jail emprisonner, incarcérer يَسجِن uvěznit fængsle einsperren encarcelar laittaa vankilaan zatvoriti detenere 投獄する 투옥하다 gevangen zetten fengsle uwięzić encarcerar заключать в тюрьму sätta i fängelse เอาเข้าคุก hapse atmak bỏ tù 监禁 ρ μετβ φυλακίζω [fila'cizo] βάζω κπ στη φυλακή emprisonnerincarcérer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|