| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.910.333 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
φυλακισμένος |
0,01 sec. |
|
|
φυλακισμένος imprisoned, prisoner prizonulo prisonnier سجين vězeň fange Häftling prisionero vanki zatvorenik prigioniero 囚人 죄수 gevangene innsatt więzień prisioneiro арестант fånge ผู้ถูกขัง mahkum phạm nhân 囚犯 затворник 囚犯 אסיר
επίθ α / θ / ουδ φυλακισμένος, φυλακισμένη, φυλακισμένο [filaci'zmenos, filaci'zmeni, filaci'zmeno] κρατούμενος emprisonné/-éeincarcéré/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|