| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.225.131 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φυλακισμένος |
0,02 sec. |
|
φυλακισμένος imprisoned, prisoner prizonulo prisonnier سجين vězeň fange Häftling prisionero vanki zatvorenik prigioniero 囚人 죄수 gevangene innsatt więzień prisioneiro арестант fånge ผู้ถูกขัง mahkum phạm nhân 囚犯 επίθ α / θ / ουδ φυλακισμένος, φυλακισμένη, φυλακισμένο [filaci'zmenos, filaci'zmeni, filaci'zmeno] κρατούμενος emprisonné/-éeincarcéré/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|