| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.910.692 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
φυλετικός |
0,03 sec. |
|
|
φυλετικός racial racial عنصري rasový racemæssig rassisch racial rotu- rasni razziale 人種の 인종의 raciaal rase- rasowy racial расовый ras- ที่เกี่ยวกับเชื้อชาติ ırkla ilgili liên quan đến phân chia chủng tộc 种族的
επίθ α / θ / ουδ φυλετικός, φυλετική, φυλετικό [fileti'kos, fileti'ci, fileti'ko] σχετικός με φυλή racial/-iale φυλετικές διακρίσεις des discriminations raciales Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|