| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.911.249 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
φυματίωση |
0,01 sec. |
|
|
φυματίωση tuberculosis, TB tuberculose سُلّْ TBC, tuberkolóza tuberkolose, tuberkulose TBC, Tuberkulose tuberculosis tuberkuloosi TB, tuberkuloza TBC, tubercolosi 結核 결핵, 결핵균 tb, tuberculose tuberkolose, tuberkulose gruźlica tuberculose туберкулез tbc, tuberkulos โรควัณโรค, วัณโรค tüberküloz bệnh lao 肺结核, 结核病 туберкулоза 結核病
ουσ θ φυματίωση [fima'tiosi] ασθένεια των πνευμόνων tuberculose Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|