Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.785.661 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

φυσικοί πόροι

0,02 sec.
φυσικοί πόροι موارد طبيعية
φυσικοί πόροι přírodní zdroje
φυσικοί πόροι naturressourcer
φυσικοί πόροι Bodenschätze
φυσικοί πόροι natural resources
φυσικοί πόροι recursos naturales
φυσικοί πόροι luonnonvarat
φυσικοί πόροι ressources naturelles
φυσικοί πόροι prirodni resursi
φυσικοί πόροι risorse naturali
φυσικοί πόροι 天然資源
φυσικοί πόροι 천연 자원
φυσικοί πόροι natuurlijke hulpbronnen
φυσικοί πόροι naturressurser
φυσικοί πόροι bogactwa naturalne
φυσικοί πόροι recursos naturais
φυσικοί πόροι полезные ископаемые
φυσικοί πόροι naturtillgångar
φυσικοί πόροι ทรัพยากรธรรมชาติ
φυσικοί πόροι doğal kaynaklar
φυσικοί πόροι tài nguyên thiên nhiên
φυσικοί πόροι 自然资源


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.