| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.912.770 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
φυσικότητα |
0,01 sec. |
|
|
φυσικότητα Natürlichkeit naturalness naturalidad 自然 自然 Přirozenost
ουσ θ φυσικότητα [fisi'kotita] ο αυθορμητισμός naturel; spontanéité Εκφράζεται με φυσικότητα. Il s'exprime avec naturel. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|