Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.912.961 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

φυσικό αέριο

0,01 sec.
φυσικό αέριο غاز طبيعي
φυσικό αέριο zemní plyn
φυσικό αέριο naturgas
φυσικό αέριο Erdgas
φυσικό αέριο natural gas
φυσικό αέριο gas natural
φυσικό αέριο maakaasu
φυσικό αέριο gaz naturel
φυσικό αέριο prirodni plin
φυσικό αέριο gas naturale
φυσικό αέριο 天然ガス
φυσικό αέριο 천연 가스
φυσικό αέριο aardgas
φυσικό αέριο naturgass
φυσικό αέριο gaz ziemny
φυσικό αέριο gás natural
φυσικό αέριο природный газ
φυσικό αέριο naturgas
φυσικό αέριο แก๊ซธรรมชาติ
φυσικό αέριο doğal gaz
φυσικό αέριο khí tự nhiên
φυσικό αέριο 天然气


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.