| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.054.462 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φυσιογνωμία |
0,01 sec. |
|
φυσιογνωμία physionomie ουσ θ φυσιογνωμία [fisioɣno'mia] 1 πρόσωπο physionomie; visage Έχει μια σατανική φυσιογνωμία. Il a une physionomie satanique. 2 προσωπικότητα personnalité μεγάλη φυσιογνωμία της μουσικής une grande personnalité musicale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|