| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.917.831 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
φυσιολογικός |
0,02 sec. |
|
|
φυσιολογικός natural, normal, phsyiological physiologique
επίθ α / θ / ουδ φυσιολογικός, φυσιολογική, φυσιολογικό [fisioloʝi'kos, fisioloʝi'ci, fisioloʝi'ko] κανονικός, ομαλός normal/-alerégulier/-ère φυσιολογική ανάπτυξη un développement normal Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|