| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.507.658 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φυτεία |
0,02 sec. |
|
φυτεία plantation plantation ουσ θ φυτεία [fi'tia] μεγάλη έκταση με καλλιέργεια plantation φυτεία καπνού une plantation de tabac Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|