| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.662.703 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φυτοφάγος |
0,01 sec. |
|
φυτοφάγος graminivorous, herbivore, herbivorous, phytophagous, vegetarian herbivore, végétarien επίθ α/θ / ουδ / ουδ φυτοφάγος, φυτοφάγος, φυτοφάγο [fito'faɣos, fito'faɣos, fito'faɣo] χορτοφάγος phytophagevégétarien/-ienne φυτοφάγο ζώο un animal phytophage Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|