Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.043.094 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

φωνάζω

0,03 sec.
φωνάζω call, shout, yell, caterwaul, cry, scream ţipa يصيح zakřičet råbe schreien gritar huutaa crier vikati gridare 叫ぶ 소리치다 schreeuwen rope krzyknąć gritar кричать ropa ตะโกน bağırmak hét 喊叫
ρ μετβ φωνάζω [fo'nazo]
1 καλώ appelerhéler
Σε φωνάζουν. On t'appelle.
φωνάζω ταξί στο δρόμο héler un taxi (dans la rue)
2 υψώνω τη φωνή μου crier
Σταμάτα να φωνάζεις! Arrête de crier !
3 βγάζω κραυγές pousser des cris
Φώναξε από τον πόνο. Il a poussé des cris de douleur.
4 ειδοποιώ appelerprévenir
φωνάζω το γιατρό prévenir le docteur
5 προσκαλώ inviterfaire venir
Πόσους φωνάξατε; Combien avez-vous invité ?


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.