| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.919.571 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
φωναχτά |
0,01 sec. |
|
|
φωναχτά громко, вслух aloud بصوت مرتفع nahlas højt laut en alto ääneen à haute voix glasno ad alta voce 声を出して 소리 내어 hardop høyt na głos em voz alta högt อย่างดัง yüksek sesle thành tiếng 大声地
επίρρ φωναχτά [fona'xta] με δυνατή φωνή à haute voix Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|