| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.229.294 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φωσφορίζω |
0,04 sec. |
|
φωσφορίζω phosphoresce phosphorescent ρ αμετβ φωσφορίζω [fosfo'rizo] εκπέμπω λάμψη από το φώσφορο être phosphorescent/-enteêtre fluorescent/-ente Φωσφορίζει στο σκοτάδι. Il est phosphorescent dans le noir. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|