| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.142.494 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φόντο |
0,04 sec. |
|
φόντο Hintergrund background, wallpaper, backdrop arrière-plan, fond ουσ ουδ φόντο ['fondo] 2 το υπόβαθρο moyens Δεν έχει τα φόντα για σπουδές. Il n'a pas les moyens de faire des études. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|