| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.377.854 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
φόρμα |
0,03 sec. |
|
φόρμα collant, forme, jogging, survêtement template ουσ θ φόρμα ['forma] 1 ολόσωμο ρούχο salopette; combinaison φόρμα εργασίας une combinaison de travail 2 η φυσική κατάσταση, η διάθεση forme είμαι σε φόρμα être en forme Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|