| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.927.758 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
φόρμα |
0,02 sec. |
|
|
φόρμα collant, forme, jogging, survêtement template форма formularz formulář טופס フォーム 양식
ουσ θ φόρμα ['forma] 1 ολόσωμο ρούχο salopette; combinaison φόρμα εργασίας une combinaison de travail 2 η φυσική κατάσταση, η διάθεση forme είμαι σε φόρμα être en forme Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|