Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.089.164 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

φόρμα εργασίας

0,04 sec.
φόρμα εργασίας montérky
φόρμα εργασίας overalls
φόρμα εργασίας Latzhose, Overall
φόρμα εργασίας dungarees, overalls
φόρμα εργασίας mono de trabajo, overoles, peto
φόρμα εργασίας haalarit
φόρμα εργασίας salopette
φόρμα εργασίας kombinezon
φόρμα εργασίας salopette, tuta
φόρμα εργασίας オーバーオール, ダンガリーのオーバーオール
φόρμα εργασίας 멜빵 작업복, 작업복
φόρμα εργασίας overal, overall
φόρμα εργασίας dongeribukser, kjeledress
φόρμα εργασίας kombinezon roboczy, spodnie ogrodniczki
φόρμα εργασίας jardineiras, macacão
φόρμα εργασίας overall, snickarbyxor
φόρμα εργασίας เสื้อคลุมที่สวมเพื่อกันเปื้อน, เสื้อผ้าชุดทำงาน
φόρμα εργασίας askılı pantalon, tulum
φόρμα εργασίας bộ quần áo bảo hộ, quần yếm
φόρμα εργασίας 工作服, 粗布工作服


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.