| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.972.427 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χάνω |
0,01 sec. |
|
χάνω lose, miss, muff manquer, perdre, rater يَخسر, يفتقد přehlédnout, ztratit savne, tabe verfehlen, verlieren errar, perder ei huomata jotakin, menettää izgubiti, promašiti mancare, perdere なくす, 見逃す (겨냥한 것을) 놓치다, (...을) 잃어버리다 missen, verliezen miste, savne chybić, stracić perder пропустить, терять förlora, sakna พลาด ไม่เห็น ไม่เข้าใจ ไม่ได้ยิน, สูญเสีย kaçırmak, kaybetmek bỏ lỡ, mất 思念, 遗失 ρ μετβ χάνω ['xano] 3 δεν καταφέρνω να διατηρήσω perdre χάνω τις ελπίδες μου perdre tout espoir 6 σπαταλάω gaspiller χάνω το χρόνο μου perdre son temps 8 παρουσιάζω έλλειψη, απώλεια perdre χάνω αίμαβάρος perdre du sang/du poids χάνω τις αισθήσεις μουτο φως μου perdre connaissance/la vue 9 μπερδεύομαι σε κτ se tromper χάνω το δρόμο μου se perdre ρ αμετβ χάνω Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|