Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.755.620.051 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

χάνω

0,02 sec.
χάνω lose, miss, muff manquer, perdre, rater يَخسر, يفتقد přehlédnout, ztratit savne, tabe verfehlen, verlieren errar, perder ei huomata jotakin, menettää izgubiti, promašiti mancare, perdere なくす, 見逃す (겨냥한 것을) 놓치다, (...을) 잃어버리다 missen, verliezen miste, savne chybić, stracić perder пропустить, терять förlora, sakna พลาด ไม่เห็น ไม่เข้าใจ ไม่ได้ยิน, สูญเสีย kaçırmak, kaybetmek bỏ lỡ, mất 思念, 遗失
ρ μετβ χάνω ['xano]
1 δεν μπορώ να βρω perdreégarer
Έχασα τα κλειδιά μου. J'ai perdu mes clés.
2 αποχωρίζομαι από κτ που είχα perdre
Έχασα όλη μου την περιουσία. J'ai perdu toute ma fortune.
3 δεν καταφέρνω να διατηρήσω perdre
χάνω την υπομονή μου perdre patience
χάνω τις ελπίδες μου perdre tout espoir
4 δεν πετυχαίνω ratermanquer
χάνω το στόχο μου rater son butmanquer son objectif
5 δεν προλαβαίνω louperrater
χάνω το μάθημα louper son cours
6 σπαταλάω gaspiller
χάνω το χρόνο μου perdre son temps
7 (για ρολόι) πάει πίσω retarder
Το ρολόι χάνει ένα λεπτό. La montre retarde d'une minute.
8 παρουσιάζω έλλειψη, απώλεια perdre
χάνω αίμαβάρος perdre du sang/du poids
χάνω τις αισθήσεις μουτο φως μου perdre connaissance/la vue
9 μπερδεύομαι σε κτ se tromper
χάνω το δρόμο μου se perdre
ρ αμετβ χάνω
1 νικιέμαι perdre
Χάσαμε στον αγώνα. Nous avons perdu le match.
2 (για μηχανισμό) δε λειτουργώ καλά se déréglerne pas bien marcher
Το ρολόι χάνει. La montre s'est déréglée.
ρ μεσοπαθ χάνομαι ['xanome]
1 εξαφανίζομαι disparaître
Χάθηκε στο σκοτάδι. Il a disparu dans l'obscurité.
2 σκοτώνομαι, πεθαίνω périr
Χάθηκε στον εμφύλιο πόλεμο. Il a péri dans la guerre civile.
3 χάνω το δρόμο μου se perdre
Χάθηκα στα στενά της πόλης. Je me suis perdu dans les ruelles de la ville.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.