Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.760.850.987 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

χέρι

0,03 sec.
χέρι hand ruka hånd Hand arm, hand mano käsi main kéz tangan hönd mano manus ranka കൈ hand hånd mão рука roka hand el tay, bàn tay يد ruka ręka มือ
ουσ ουδ χέρι ['çeri]
1 το μέρος του σώματος με το οποίο πιάνουμε main
παίρνω κπ από το χέρι prendre qqn par la main
2 τα άνω άκρα από τον ώμο μέχρι τα δάχτυλα bras
τεντώνω τα χέρια étirer les bras
3 δυναμικό main (d'œuvre)
εργατικά χέρια de la main-d'œuvre
4 στρώση couche
βάφω έναν τοίχο δυο χέρια mettre deux couches de peinture sur un mur
5 χερούλι manche; poignée
τα χέρια της κατσαρόλας le manche de la casserole
δίνω ένα χέρι (βοήθειας)
βοηθάω donner un coup de main
χέρι με χέρι
δηλώνει ανταλλαγή donnant donnant
(πηγαίνουμε) χέρι χέρι
πιασμένοι από το χέρι main dans la main


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.