| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.760.850.987 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χέρι |
0,03 sec. |
|
χέρι hand mà ruka hånd Hand arm, hand mano käsi main kéz tangan hönd mano 手 손 manus ranka കൈ hand hånd mão рука roka hand el tay, bàn tay 手 يد ruka ręka มือ ουσ ουδ χέρι ['çeri] 3 δυναμικό main (d'œuvre) εργατικά χέρια de la main-d'œuvre δίνω ένα χέρι (βοήθειας) βοηθάω donner un coup de main χέρι με χέρι δηλώνει ανταλλαγή donnant donnant (πηγαίνουμε) χέρι χέρι πιασμένοι από το χέρι main dans la main Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|