| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.936.397 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
χαζεύω |
0,01 sec. |
|
|
χαζεύω hang about, loaf, loiter gapi pasar el tiempo, tontear badauder, baguenauder, flâner, musarder, se balader bighellonare, istupidirsi, vagabondare
ρ αμετβ χαζεύω [xa'zevo] 1 χάνω το χρόνο μου perdre son temps Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|