Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.404.159 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

χαλάω

0,02 sec.
χαλάω
ρ μετβ χαλάω, χαλώ [xa'lao, xa'lo]
1 καταστρέφω abîmercasser
Πρόσεξε μην το χαλάσεις! Attention ne l'abîme pas !
Η τηλεόραση χάλασε. La télévision ne marche plus.
2 φθείρω user
χαλάω τα παπούτσια μου user ses chaussures
3 ξοδεύω gaspillerdépenser
χαλάω χρήματα gaspiller de l'argent
4 ματαιώνω gâchersaboter
χαλάω τα σχέδια κάποιου gâcher les projets de qqn
5 διακόπτω brouillertroubler
χαλάω μια σχέση brouiller une relation
χαλάω τον ύπνο κάποιου troubler le sommeil de qqn
6 κάνω ψιλά changer
χαλάω χαρτονόμισμα 500 ευρώ changer un billet de 500 euros
Τα χάλασαν.
μάλωσαν Ils se sont brouillés.
ρ αμετβ χαλάω
1 επιδεινώνομαι se gâter
Χάλασε ο καιρός. Le temps s'est gâté.
2 αλλοιώνομαι se gâterse détériorer
Χάλασαν τα τρόφιμα. Les aliments se sont gâtés.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.