| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.658.742 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
χαλαρός |
0,01 sec. |
|
χαλαρός lax, limp, loose, relaxed, slack فضفاض volný løs weit holgado löysä lâche labav sciolto 緩い 헐렁한 los løs luźny frouxo свободный lös ไม่แน่น gevşek lỏng 宽松的 επίθ α / θ / ουδ χαλαρός, χαλαρή, χαλαρό [xala'ros, xala'ri, xala'ro] 5 ελαστικός, όχι αυστηρός lâche χαλαρή επίβλεψη une surveillance lâche Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|