| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.942.692 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
χαλαρώνω |
0,01 sec. |
|
|
χαλαρώνω loosen, unwind, relax يَِسترخِي uvolnit (se) slappe af entspannen (sich) relajarse rentoutua se reposer opustiti se rilassarsi くつろぐ 긴장을 풀다 ontspannen slappe av odprężyć relaxar, relaxar-se расслабиться slappna av พักผ่อน gevşemek thư giãn 放松, 放宽 релакс 放寬
ρ μετβ χαλαρώνω [xala'rono] ρ αμετβ χαλαρώνω 1 ηρεμώ, ξεκουράζομαι se détendrese relaxer 2 μειώνομαι se relâcherdiminuer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|